2_7. Το τέλος του Ηρακλή

Εκτύπωση PDF

ΕΝΟΤΗΤΑ 2 Ο ΗΡΑΚΛΗΣ


7. Το τέλος του Ηρακλή

Πατήστε το πλήκτρο για να ακούσετε την αφήγηση!!!


Ελεύθερος πια ο Ηρακλής παντρεύτηκε τη Δηιάνειρα, κόρη του βασιλιά της Αιτωλίας, του Οινέα. Μια µέρα πήγαν να περάσουν τον Εύηνο ποταµό. Εκεί συνάντησαν τον Κένταυρο Νέσσο. Ο Νέσσος πήρε στη ράχη του τη ∆ηιάνειρα, για να την περάσει απέναντι. Θέλησε όµως να την πάρει δική του κι άρχισε να τρέχει. Τότε ο Ηρακλής τον χτύπησε µε ένα από τα δηλητηριασµένα βέλη του. Πριν ξεψυχήσει ο Νέσσος είπε στη Δηιάνειρα: «Μάζεψε λίγο από το αίµα µου. Αν αλείψεις µ’ αυτό το χιτώνα του Ηρακλή, θα σε αγαπάει για πάντα».
Έτσι, κάποτε που ο Ηρακλής ζήτησε ένα καθαρό χιτώνα από τη Δηιάνειρα, για να τον φορέσει και να κάνει θυσία στο ∆ία, εκείνη άλειψε ένα χιτώνα µε το δηλητήριο του Νέσσου και του τον έδωσε. Ο Ηρακλής τον φόρεσε κι ο χιτώνας κόλλησε πάνω του. Αµέσως άρχισε να νιώθει αβάσταχτους πόνους. Κατάλαβε τότε ότι έφτασε το τέλος του. Ανέβηκε στο βουνό Οίτη, έφτιαξε ένα σωρό από ξύλα, ξάπλωσε πάνω του και ζήτησε ν’ ανάψουν τη φωτιά. Κανείς δε δέχτηκε να το κάνει αυτό. Μόνο ο Φιλοκτήτης, που περνούσε από κει, δέχτηκε ν’ ανάψει τη φωτιά κι ο Ηρακλής, για να τον ευχαριστήσει, του χάρισε τα δηλητηριασµένα βέλη του. Ξαφνικά άρχισε ν’ αστράφτει και να βροντά. Ένα σύννεφο κατέβηκε, πήρε τον Ηρακλή και τον ανέβασε στον Όλυµπο. Εκεί συµφιλιώθηκε µε την Ήρα κι έζησε για πάντα µε τους θεούς του Ολύµπου.